Τούρκοι αυτοεξόριστοι δημοσιογράφοι, κατέφυγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθώς ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έκλεισε τις εφημερίδες τους.
Οι δημοσιογράφοι, μιλώντας στο δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ, μιλούν για «νέο πραξικόπημα του Τούρκου προέδρου», ο οποίος μετατρέπει την Τουρκία σε ένα «ιρανικό μοντέλο», όπως λένε χαρακτηριστικά.
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για πραξικόπημα κατά της δημοκρατίας. Πράγματι, δεν υπήρξε τέλεια δημοκρατία. Ακόμα και δημοκρατία, δεν μπορούμε να την ονομάσουμε. Αυτό είναι ένα είδος “déjà vu” για εμένα, επειδή οι επιθέσεις εναντίον των διαδηλωτών μου θυμίζουν πως η αστυνομία του Ερντογάν, επιτέθηκε σε εμένα και στην εφημερίδα μου, μια νύχτα του Μαρτίου του 2016, όταν εισέβαλαν με την “αντιτρομοκρατική” στην εφημερίδα μου, η οποία ήταν η μεγαλύτερη τουρκική ημερήσια εφημερίδα, η “Ζαμάν”», είπε αρχικά ο Αμπντουλάχ Μπιλίτσι, πρώην διευθυντής της εφημερίδας.
«Ήταν ένα από τα 200 μέσα ενημέρωσης που ασκούσαν κριτική και φιμώθηκαν, έκλεισαν με τη βία από τον Ερντογάν, πριν από δέκα χρόνια» συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση για το αν θα επέστρεφε στην Τουρκία, ο Αμπντουλάχ Μπιλίτσι απάντησε πως «θα ήθελα πολύ να επιστρέψει στην γενέτειρά μου, την Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκα και εργάστηκα για πάνω από 30 χρόνια ως δημοσιογράφος. Και τώρα βρίσκομαι στην εξορία, και πολλοί φίλοι μου είναι ακόμα στη φυλακή. Αν επιστρέψω τώρα, υπό το καθεστώς Ερντογάν, θα μπω στη φυλακή. Υπάρχει ένα κελί στη φυλακή “αφιερωμένο” σε εμένα αν επιστρέψω στην Τουρκία τώρα».
Από την πλευρά της, η Ασλί Αϊντιντασμπάς, που είχε εργαστεί στο CNN Turk και στην Cumhuriyet, είπε πως «είναι μια πολύ θλιβερή ημέρα για τη δημοκρατία στην Τουρκία γενικότερα, με τη σύλληψη του Εκρέμ Ιμάμογλου. Είναι προφανώς ένας δημοφιλής δήμαρχος και εκλεγμένος αξιωματούχος. Και φυσικά οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν, έφεραν επίσης μια αύξηση των πρακτικών εναντίον των δημοσιογράφων. Δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί, κι εγώ η ίδια φυσικά, έχω βιώσει παρόμοιες περιόδους αυξημένης κυβερνητικής εποπτείας και καταστολής κατά της διάρκεια της εξέγερσης του Γκέζι, το 2013».