«Η Ελλάδα θα εξάγει γάλλιο σε όλη την Ευρώπη στα επόμενα δύο με τρία χρόνια», εκτίμησε ο Διευθυντής του Εθνικού Γεωλογικού Μουσείου, Κωνσταντίνος Λασκαρίδης, ενώ συνεχίζεται η εξαιρετικά σημαντική συγκέντρωση γνώσης για τα ορυκτά κοιτάσματα και τις κρίσιμες πρώτες ύλες, που βοηθούν στην ανάπτυξη της νέας ψηφιακής τεχνολογίας.
Βασικός φορέας αυτής της «συλλογής» της γνώσης είναι η Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών ερευνών, η οποία έχει βασική αποστολή τον εντοπισμό ορυκτών.
Ανάμεσα σε αυτά είναι το γάλλιο, που ως παράγωγο του βωξίτη και του αλουμινίου, σήμερα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο και το αναζητά απεγνωσμένα η παγκόσμια βιομηχανία για την ανάπτυξη της νέας ψηφιακής τεχνολογίας των κινητών τηλεφώνων, της διαστημικής τεχνολογίας της αμυντικής βιομηχανίας.
Γάλλιο εντοπίζεται κυρίως στη Στερεά Ελλάδα, ενώ αντιμόνιο που επίσης χρησιμοποιείται στην υψηλή τεχνολογία, εντοπίζεται στη Χίο, στο Καλλυντήρι της Ροδόπης στο Λαχανά Θεσσαλονίκης όπου ήδη εκτελούνται έρευνες και υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης τους, ενώ στα Κιμμέρια της Ξάνθης και στους Μολάους βρέθηκε Γερμάνιο και στη Σάμο ενδείξεις για ύπαρξη λιθίου.
«Η πατρίδα μας είναι πλούσια σε ορυκτές πρώτες ύλες, υπάρχει επάρκεια αποθεμάτων, σε πολλά έχει πρωτιά η Ελλάδα ειδικά στα βιομηχανικά ορυκτά», ανέφερε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, Κωνσταντίνος Σάλτας.
Το πεδίο μελέτης του ΕΑΓΜΕ είναι πολύ ευρύ και περιλαμβάνει εκτός των ορυκτών, τον εντοπισμό γεωθερμικών πεδίων και τη μελέτη υπόγειων υδάτων.
«Όλα τα κοιτάσματα της Ελλάδας έχουν εντοπιστεί από την υπηρεσία, όλη αυτή η βιβλιοθήκη πλέον έχει ψηφιοποιηθεί, είναι πλέον προσβάσιμα γρήγορα και με μηδενικό κόστος σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τόσο στην πολιτεία όσο και στους επενδυτές να έχουν την πρωτογενή πληροφορία», τόνισε ο Γενικός Διευθυντής της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, Διονύσης Γκούτης.