Κάποτε την αποκαλούσαν «η πόλη του χρυσού», αλλά εδώ και μέρες ο αέρας στην πρώην βασιλική πρωτεύουσα της Μιανμάρ και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, το Μανταλέι, μυρίζει θάνατο μετά τον φονικό σεισμό.
Μαρτυρίες αναφέρουν στο BBC πως είχαν συσσωρευτεί τόσα πολλά πτώματα από τον σεισμό των 7,7 Ρίχτερ που έπληξε την περασμένη Παρασκευή τη Μιανμάρ κοντά στο Μανταλέι, που χρειάστηκε να «αποτεφρωθούν σε στοίβες».
Ο απολογισμός των νεκρών από τον σεισμό και μια σειρά μετασεισμών έχει ξεπεράσει τους 2.700, ενώ 4.521 είναι τραυματίες και εκατοντάδες αγνοούνται ακόμη, δήλωσε ο αρχηγός του στρατού της Μιανμάρ. Οι αριθμοί αυτοί αναμένεται να αυξηθούν.
Οι κάτοικοι της δεύτερης πολυπληθέστερης πόλης της χώρας λένε ότι έχουν περάσει άγρυπνες νύχτες περιπλανώμενοι στους δρόμους σε απόγνωση, καθώς τα αποθέματα τροφίμων και νερού λιγοστεύουν.
Μία κάτοικος του Μανταλέι έχασε τη θεία της στο σεισμό. «Αλλά το πτώμα της ανασύρθηκε από τα ερείπια μόλις δύο ημέρες αργότερα, στις 30 Μαρτίου», δήλωσε η 23χρονη φοιτήτρια που θέλησε να γίνει γνωστή μόνο ως J.
Οι κακές υποδομές και ένα συνονθύλευμα εμφύλιων συγκρούσεων δυσχεραίνουν παρεμποδίζουν σοβαρά την προσπάθεια αποστολής βοήθειας στη Μιανμάρ, όπου ο στρατός έχει ιστορικό καταστολής της κλίμακας εθνικών καταστροφών. Ο αριθμός των νεκρών αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται καθώς οι διασώστες αποκτούν πρόσβαση σε περισσότερα κτίρια που κατέρρευσαν και αποκομμένες συνοικίες.
Πολλοί κάτοικοι ζουν έξω σε σκηνές ή στους δρόμους, φοβούμενοι ότι ό,τι έχει απομείνει από τα σπίτια τους δεν θα αντέξει τους μετασεισμούς.
«Έχω δει πολλούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, να σκύβουν και να κλαίνε δυνατά στους δρόμους», είπε η J.
Αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται επιζώντες στην πόλη. Η πυροσβεστική υπηρεσία ανακοίνωσε ότι διέσωσε 403 ανθρώπους στο Μανταλέι τις τελευταίες τέσσερις ημέρες και ανέσυρε 259 πτώματα. Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων πιστεύεται ότι είναι πολύ μεγαλύτερος από την επίσημη εκδοχή.
Σε τηλεοπτική ομιλία του την Τρίτη, ο επικεφαλής του στρατού Μιν Αούνγκ Χλάινγκ δήλωσε ότι ο αριθμός των νεκρών μπορεί να ξεπεράσει τους 3.000, αλλά το Γεωλογικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ δήλωσε την Παρασκευή ότι «ένας αριθμός νεκρών άνω των 10.000 είναι πολύ πιθανός» με βάση την τοποθεσία και το μέγεθος του σεισμού.
Τα μικρά παιδιά έχουν τραυματιστεί ψυχικά μετά την καταστροφή.
«Χθες είδαμε πτώματα να βγαίνουν από καταρρεύσαντα κτίρια στη γειτονιά μας», λέει ο Ruate, ο οποίος ζει στην περιοχή Pyigyitagon.
«Είναι πολύ απογοητευτικό. Η Μιανμάρ έχει πληγεί από τόσες πολλές καταστροφές, άλλες φυσικές και άλλες ανθρώπινες. Όλοι έχουν κουραστεί τόσο πολύ. Αισθανόμαστε απελπισμένοι και αβοήθητοι».
Ένας μοναχός που ζει κοντά στην πολυκατοικία Sky Villa, ένα από τα κτίρια που επλήγησαν περισσότερο και μειώθηκαν από 12 σε έξι ορόφους λόγω του σεισμού, δήλωσε στο BBC ότι ενώ κάποιοι άνθρωποι ανασύρθηκαν ζωντανοί, «μόνο πτώματα έχουν ανασυρθεί» τις τελευταίες 24 ώρες.
«Ελπίζω ότι αυτό θα τελειώσει σύντομα. Υπάρχουν πολλά [πτώματα] ακόμα μέσα, νομίζω περισσότερα από εκατό», είπε.
Τα κρεματόρια κοντά στο Μανταλέι έχουν υπερφορτωθεί, ενώ οι αρχές έχουν ξεμείνει από σακούλες για πτώματα, μεταξύ άλλων προμηθειών, όπως τρόφιμα και πόσιμο νερό.
Σε όλη την πόλη, τα απομεινάρια των κατεστραμμένων χρυσών πύργων βρίσκονται στους δρόμους.
Ενώ το Μανταλέι ήταν ένα σημαντικό κέντρο παραγωγής φύλλων χρυσού και δημοφιλής τουριστικός προορισμός, η φτώχεια στην πόλη έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, όπως και αλλού στη Μιανμάρ (πρώην Βιρμανία).
Την Τρίτη, η Μιανμάρ τήρησε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων, στο πλαίσιο μιας εβδομάδας εθνικού πένθους. Η χούντα ζήτησε να κυματίζουν οι σημαίες μεσίστιες, να σταματήσουν οι μεταδόσεις από τα μέσα ενημέρωσης και ζήτησε από τον κόσμο να αποτίσει φόρο τιμής.
Ακόμη και πριν από τον σεισμό, περισσότεροι από 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί εντός της χώρας. Χιλιάδες άλλοι, πολλοί από τους οποίους νέοι, έχουν καταφύγει στο εξωτερικό για να αποφύγουν την αναγκαστική στράτευση – αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν λιγότερα άτομα τώρα διαθέσιμα να βοηθήσουν στις εργασίες ανακούφισης και στην επακόλουθη ανοικοδόμηση της χώρας.
Η Ρωσία και η Κίνα, που έχουν βοηθήσει στη στήριξη του στρατιωτικού καθεστώτος της Μιανμάρ, είναι μεταξύ των χωρών που έχουν στείλει βοήθεια και ειδική υποστήριξη.
Ενώ η χούντα είχε δηλώσει ότι κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη, ορισμένοι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις ανέφεραν δυσκολίες στην πρόσβαση στις σεισμόπληκτες περιοχές.
Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης στο Sagaing, στο επίκεντρο του σεισμού, ανέφεραν ότι οι στρατιωτικές αρχές επέβαλαν περιορισμούς που απαιτούν από τις οργανώσεις να υποβάλουν λίστες με εθελοντές και αντικείμενα που θέλουν να φέρουν στην περιοχή.
Η χούντα έχει επίσης δεχθεί επικρίσεις επειδή συνεχίζει να ανοίγει πυρ σε χωριά, ακόμη και τώρα που η Μιανμάρ υποφέρει από την καταστροφή.