Ακόμη και στην πολυδιαφημισμένη ανακοίνωση των δασμών έναντι σχεδόν όλων των άλλων χωρών του πλανήτη, ο Ντόναλ΄ντ Τραμπ δεν απέφυγε τις υπερβολές και τα ψέματα.
Πολλά από τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε ο Αμερικανός πρόεδρος για τον Καναδά, ή τις επενδύσεις της Apple ήταν στην πράξη ψεύτικα, γράφει σε ανάλυσή της η Washington Post.
Η πραγματικότητα του κόσμου του Τραμπ φαίνεται απέχει αρκετά από αυτή του κόσμου όπου ζούμε. Στο μυαλό του Αμερικανού προέδρου οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια φτωχή χώρα που δοκιμάζεται από εξωτερικές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, γράφει η αμερικανική εφημερίδα, οι ΗΠΑ έχουν το μεγαλύτερο ΑΕΠ στον κόσμο, περίπου στα 90.000 δολάρια, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους είναι πολύ υψηλότερο από οποιαδήποτε μεγάλης χώρας, όπως της Γερμανίας που είναι περίπου 58.000 δολάρια.
Οι δασμοί είναι στην πραγματικότητα αύξηση στους φόρους που επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό στους εργαζόμενους με χαμηλότερο εισόδημα. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι οι δασμοί πληρώνονται από εισαγωγείς, όπως οι αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους μετακυλούν το μεγαλύτερο μέρος ή όλο το κόστος στους καταναλωτές ή τους παραγωγούς που ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν εισαγόμενα υλικά στα προϊόντα τους.
Ισχυρίστηκε ακόμη ο Τραμπ ότι «οι ΗΠΑ επιβάλουν σε άλλες χώρες δασμούς μόνο 2,4% στις εισαγόμενες μοτοσυκλέτες.Εν τω μεταξύ, η Ταϊλάνδη και άλλες χώρες χρεώνουν πολύ υψηλότερες τιμές, όπως 60%, η Ινδία χρεώνει 70%, το Βιετνάμ χρεώνει 75%, και άλλες είναι ακόμη υψηλότερα. Ομοίως, μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρεώνουν για δεκαετίες ένα 2,5% των ξένων δασμών για αυτοκίνητα. Η ΕΕ μας χρεώνει δασμούς πάνω από 10%».
Στην πραγματικότητα η Ινδία χρεώνει δασμούς 50% στις μοτοσυκλέτες και πρόσφατα ανακοίνωσε μείωση στο 40%. Η Harley-Davidson συναρμολογεί τις περισσότερες από τις μοτοσυκλέτες που πωλούνται στη χώρα στην Ινδία. Ο Τραμπ αγνοεί το γεγονός ότι για περισσότερα από 50 χρόνια οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμούς 25% στα φορτηγά. Αυτό είναι πολύ υψηλότερο ποσοστό από τον ευρωπαϊκό δασμό στα αυτοκίνητα.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για τις ΗΠΑ, και αν οι Ευρωπαίοι αντεπιτεθούν, αυτό θα είναι μεγάλη απώλεια για τους Αμερικανούς κατασκευαστές.
Στο ίδιο πνεύμα ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι «η Toyota πουλά 1 εκατομμύριο αυτοκίνητα ξένης κατασκευής στις Ηνωμένες Πολιτείες και η General Motors δεν πουλά σχεδόν κανένα. Η Ford πουλάει πολύ λίγα. Καμία από τις εταιρείες μας δεν επιτρέπεται να πάει σε άλλες χώρες.»
Αυτό είναι παραπλανητικό: Τα αμερικανικά αυτοκίνητα τα πήγαν άσχημα στην Ιαπωνία επειδή οι Ιάπωνες προτιμούν μικρότερα μοντέλα με πιο αποδοτική κατανάλωση καυσίμου. Αλλά στους Κινέζους αρέσουν τα αμερικανικά αυτοκίνητα, τα οποία, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Τραμπ, επιτρέπεται να πωλούνται εκεί. Μέχρι το 2023, η General Motors πούλησε περισσότερα αυτοκίνητα στην Κίνα από ό,τι στις ΗΠΑ, αλλά οι πωλήσεις μειώθηκαν επειδή η Κίνα έχει αναπτύξει μια προτίμηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα - όπου η GM υστερεί.
Στη συνέχεια, ο Τραμπ έφερε το παράδειγμα του Καναδά που « επιβάλλει δασμούς 250 έως 300% σε πολλά από τα γαλακτοκομικά μας προϊόντα».
Αυτό όμως είναι δικό του «έργο», γράφει η Post. Ο υψηλός δασμός στα γαλακτοκομικά προϊόντα καταργήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά την επαναδιαπραγμάτευση του Τραμπ για τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής κατά την πρώτη του θητεία.
Και συνέχισε λέγοντας ότι «με χώρες όπως ο Καναδάς επιδοτούμε πολλές και τις κρατάμε στη "δουλειά". Στην περίπτωση του Μεξικού, είναι 300 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Στην περίπτωση του Καναδά, είναι κοντά στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο.»
Όπως επισημαίνει η Washington Post, ο Τραμπ έκανε για ακόμα μία φορά λάθος στα νούμερα. Η «επιδότηση» στον Καναδά υποτίθεται ότι περιλαμβάνει στρατιωτικά οφέλη που παρέχουν οι ΗΠΑ στον σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αλλά οι αριθμοί δεν ειπώθηκαν από τον Τραμπ. Το 2024, το έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών με τον Καναδά ήταν περίπου 45 δισεκατομμύρια δολάρια. Το εμπορικό έλλειμμα με το Μεξικό ήταν περίπου 172 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024.
Σειρά είχε η ιστορική αναδρομή: «Το 1913, για λόγους άγνωστους στην ανθρωπότητα,[οι ΗΠΑ] καθιέρωσαν τον φόρο εισοδήματος ώστε οι πολίτες, και όχι οι ξένες χώρες, να αρχίσουν να πληρώνουν τα χρήματα που ήταν απαραίτητα για τη διοίκηση της κυβέρνησής μας. Στη συνέχεια, το 1929, όλα έληξαν πολύ απότομα με τη Μεγάλη Ύφεση και δεν θα είχε συμβεί ποτέ, αν είχαν μείνει στην πολιτική των δασμών, θα ήταν μια πολύ διαφορετική ιστορία».
Εδώ η αμερικανική εφημερίδα είναι ξεκάθαρη: πρόκειται για ανοησία. Ο φόρος εισοδήματος είχε σκοπό να μετατοπίσει το βάρος στους πλουσιότερους Αμερικανούς, καθώς το κόστος των δασμών πέφτει κυρίως σε άτομα με χαμηλότερο εισόδημα. Τα φορολογικά έσοδα θεωρήθηκαν πιο σταθερή πηγή κεφαλαίων. Μεγάλος υπέρμαχος του φόρου εισοδήματος ήταν ο Ρεπουμπλικάνος Θίοντορ Ρούζβελτ.
Μετά ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι από την αρχή της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής, της NAFTA, «η χώρα μας έχασε 90.000 εργοστάσια».
Η Washington Post αμφιβάλει για τα 90.000 εργοστάσια. Περίπου το ένα τρίτο των μεταποιητικών εγκαταστάσεων απασχολεί τέσσερα ή λιγότερα άτομα, κάτι που δεν τα κάνει στην πραγματικότητα εργοστάσια. Οι μεταποιητικές εγκαταστάσεις με περισσότερα από 500 άτομα μειώθηκαν από 4.535 το 2000 σε 3.316 το 2022. Πρόκειται για μείωση κατά περίπου ένα τέταρτο, αριθμός που υπολείπεται από τις 90.000.
Είπε ακόμη ο πρόεδρος ότι «5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν στη μεταποίηση ενώ συσσωρεύτηκαν εμπορικά ελλείμματα 19 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Η NAFTA ήταν η χειρότερη εμπορική συμφωνία που έγινε ποτέ».
Όπως σχολιάζει η Washington Post, αυτό οφείλεται κυρίως στην Κίνα. Ο Τραμπ κατηγορεί τη NAFTA, αλλά βασικός παράγοντας για την πτώση της μεταποίησης ήταν η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Συνέχισε λέγοντας ότι «η Apple θα ξοδέψει 500 δισεκατομμύρια δολάρια. Δεν ξόδεψαν ποτέ τόσα χρήματα έτσι εδώ».
Σύμφωνα με τη Washington Post, ο Μπάιντεν είχε συνέψει μια παρόμοια συμφωνία. Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Apple δεσμεύτηκε να επενδύσει 430 δισεκατομμύρια δολάρια σε διάστημα πέντε ετών στις ΗΠΑ. Αν προσαρμοστεί με τον πληθωρισμό, πρόκειται για 525 δισεκατομμύρια δολάρια.
Τελευταίο ψέμα: «Αν κοιτάξετε την Κίνα, πήρα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στη θητεία μου».
Αυτό είναι ψέμα λέει, η Washington Post. Τα αρχεία που τηρούνται από την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ έδειξαν ότι περίπου 75 δισεκατομμύρια δολάρια συγκεντρώθηκαν από κινεζικά προϊόντα μέχρι τη στιγμή που ο Τραμπ άφησε την εξουσία - τα περισσότερα από τα οποία πληρώθηκαν από Αμερικανούς καταναλωτές.